
Advertise on podcast: Αληθινά εγκλήματα
Rating
4.2from
This podcast has
161 episodes
Language
GreekPublisher
LIFO PODCASTSExplicit
No
Date created
2020/10/19
Latest episode
2026/10/25
Average duration
34 min.
Release period
8 days
Description
Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα από τον 19ο αι. μέχρι σήμερα.
Unlock Αληθινά εγκλήματα podcast Email contact info,
Listeners & Audience details
Email contact information
Direct podcast contact details

Listeners
Audience numbers & engagement insights

Audience details
Podcast Insights

Podcast episodes
Check latest episodes from Αληθινά εγκλήματα podcast
Ο πρώτος νεκρός του ελληνικού ποδοσφαίρου και η αιματηρή εκδίκηση
2026/10/25
Λάρισα, γήπεδο Αλκαζάρ, 26 Οκτωβρίου 1986. Για την 6η αγωνιστική του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου η τοπική ομάδα υποδέχεται τον πρωτοπόρο της βαθμολογίας ΠΑΟΚ. Ανάμεσα στους 12.768 φιλάθλους που έχουν πληρώσει εισιτήριο για να παρακολουθήσουν τον αγώνα είναι και ο 29χρονος καθηγητής Χαράλαμπος Μπλιώνας. Κάθεται στην πιο ήσυχη θύρα και διαβάζει την εφημερίδα του. Δεν έχει πάει να φωνάξει αλλά για να περάσει την ώρα του μέχρι να πάρει το λεωφορείο των ΚΤΕΛ για να επιστρέψει στην Αθήνα και στη δουλειά του. Λίγα λεπτά αργότερα θα γινόταν ο πρώτος νεκρός σε ελληνικό γήπεδο.
Η ιστορία του Αλκαζάρ δεν θα τελειώσει με την κηδεία του Χαράλαμπου Μπλιώνα και την προφυλάκιση του υπαίτιου για τον άδικο θάνατό του. Προτού περάσει ενάμισης μήνας, η βία «ματώνει» και πάλι το ποδόσφαιρο και η Ελλάδα θα χωριστεί στα δύο. Η αντιπαλότητα θα πάρει τη μορφή εκδίκησης και ένας 18χρονος, ο Γιώργος Ζωντός, θα πέσει νεκρός με χτυπήματα από μαχαίρι στον Σταθμό Λαρίσης.
Στο πόντκαστ ακούγονται οι πρωταγωνιστές του εγκλήματος στη Λάρισα, όπως τις κατέγραψε το αφιέρωμα της ΕΡΤ στον τραγικό θάνατο του Χαράλαμπου Μπλιώνα: ο αντιπρόεδρος της Λάρισας, ο προπονητής Γιάτσεκ Γκμοχ, ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης στο γήπεδο Αλκαζάρ, ο αδελφός του θύματος και ο ίδιος ο δράστης.
Ολυμπιακός, μαγκιά και αίμα: Το φονικό στις Τζιτζιφιές
2026/10/18
22 Απριλίου 1973. Ξημερώματα. Οι Τζιτζιφιές ακόμα ξενυχτούν. Μπουζούκια, λουλούδια, ποτά, βαριά τσιγάρα, καπνός παντού και «μαγκιά». Μόλις δύο μήνες έχουν περάσει από το μακελειό στη «Νεράιδα της Αθήνας» με πρωταγωνιστή τον Νίκο Κοεμτζή και η νύχτα μοιάζει ακόμη ηλεκτρισμένη.
Η Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ήταν διαφορετική. Οι Τζιτζιφιές ήταν το επίκεντρο της νυχτερινής ζωής στα νότια προάστια. Η διασκέδαση κρατούσε μέχρι το πρωί. Μέσα σε αυτά τα μαγαζιά, ένα στραβό βλέμμα μπορούσε να οδηγήσει σε καβγά. Η κοινωνία είχε σοκαριστεί μόλις δύο μήνες πριν με το φονικό στη «Νεράιδα της Αθήνας», στο πλαίσιο του οποίου ο Νίκος Κοεμτζής σκότωσε τρεις ανθρώπους για μια παραγγελιά. Όμως, αντί η βία να φοβίσει τη νύχτα, ήταν σαν να την έκανε ακόμα πιο επικίνδυνη· έψαχνε μια αφορμή για να ξεσπάσει.
Και η αφορμή δόθηκε στον «Γυρισμό», ένα από τα γνωστά νυχτερινά κέντρα της εποχής, στη λεωφόρο Θησέως, όπου το πρώτο όνομα στη μαρκίζα ήταν αυτό της Καίτης Γκρέι. Μια κουβέντα για ένα τασάκι, κάμποσες επίμονες ματιές στις γυναίκες της παρέας και η «μαγκιά» που περισσεύει θα οδηγούσαν σε ένα φονικό που έκανε αίσθηση όχι μόνο επειδή ήρθε λίγο καιρό μετά το μακελειό που προκάλεσε ο Νίκος Κοεμτζής στην Κυψέλη αλλά και επειδή θύμα ήταν ο Γιώργος Κίνλεϊ, αδελφός του γνωστού πρώην ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού και προπονητή της Προοδευτικής, Θανάση (Σούλη) Κίνλεϊ. Ένα έγκλημα από αυτά που, όπως λέμε, γίνονται «για το τίποτα».
Στο πόντκαστ ο δρ. Εγκληματολογίας Παναγιώτης Παπαϊωάννου και δικηγόρος μιλά για τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, σχολιάζει τον όρο «έγκλημα τιμής» και πώς τον αντιλαμβάνονταν κάποιοι τη δεκαετία του ’70.
Δολοφονία για ένα follow στο Ίνσταγκραμ;
2026/10/11
Ένας δεσμός που διαλύθηκε. Ένα αίτημα για follow στο Ίνσταγκραμ που ξύπνησε μνήμες. Ένας καβγάς ανάμεσα σε δύο νέους, 20 και 21 ετών, που κατέληξε σε δολοφονία. Και ένα 17χρονο κορίτσι που έπεσε θύμα βιασμού.
Αυτό είναι το σκηνικό του άγριου φονικού που στήθηκε το ξημέρωμα της 10ης Αυγούστου 2021 στο πάρκο της Άνω Καμήλας, σοκάροντας τις Σέρρες και όλη την Ελλάδα. Όχι μόνο για την αγριότητά του, όχι τόσο για την ηλικία δράστη και θύματος, άλλοτε φίλων από διπλανά χωριά, αλλά για όλα αυτά που προηγήθηκαν και όσα ανατριχιαστικά ακολούθησαν τη μοιραία επίθεση με μαχαίρι.
Ο 22χρονος Γιώργος από το Λιβαδοχώρι διατηρούσε δεσμό με τη 17χρονη Κλειώ. Όπως θα πει αργότερα το νεαρό κορίτσι, η σχέση τους δεν ήταν ιδανική· ήταν γεμάτη εντάσεις και τσακωμούς. Οκτώ μήνες άντεξε δίπλα του. Του ζήτησε να διακόψουν, αλλά δεν κατάφερε να τον κάνει να την ξεχάσει. Εκείνος συνέχιζε να την ενοχλεί. Μετά από λίγο καιρό η Κλειώ συνδέθηκε με τον 20χρονο Δημήτρη, από ένα κοντινό χωριό, το Μητρούσι.
Στην Άνω Καμήλα, ένα μικρό χωριό δώδεκα χιλιόμετρα δυτικά της πόλης των Σερρών, εκείνη η νύχτα έμοιαζε με οποιαδήποτε άλλη νύχτα του καλοκαιριού. Μέχρι τη στιγμή που ένας 20χρονος έπεσε νεκρός στο πάρκο. Η τοπική κοινωνία θα χρειαστεί λίγες μόνο ώρες για να καταλάβει ότι αυτό που συνέβη δεν ήταν ένας συνηθισμένος καβγάς αλλά μια στυγερή δολοφονία. Δράστης και θύμα κατάγονταν από διπλανά χωριά. Αυτά που τους ένωναν ήταν πολύ περισσότερα από εκείνα που τους χώριζαν.
Στο πόντκαστ η κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Βάνα Παπακίτσου μιλά για ένα έγκλημα που «ετοιμαζόταν» μήνες πριν, ενώ ο δημοσιογράφος της ΕΡΤ Βασίλης Αναστασιάδης θυμάται εκείνες τις ημέρες που συγκλόνισαν τις Σέρρες.
Ακούγονται ακόμη οι δικηγόροι των δύο πλευρών, η μητέρα του δράστη, που μίλησε χωρίς να φαίνεται το πρόσωπό της στην εκπομπή της Τατιάνας Στεφανίδου στον Alpha και ο πατέρας του θύματος που σχολιάζει την απόφαση της δικαιοσύνης.
Η 82χρονη βρέθηκε σφαγμένη, ο δολοφόνος επέμενε πως δεν θυμόταν τίποτα
2026/10/04
Οι πνιχτές φωνές μιας ηλικιωμένης γυναίκας που προσπαθούσε να καλέσει απεγνωσμένα σε βοήθεια αναστάτωσαν εκείνη τη νύχτα τους κατοίκους της οδού Τούσα Μπότσαρη, ενός μικρού στενού δρόμου, κάθετου στη Βεΐκου, στο Κουκάκι. Κάποιοι ήξεραν ότι στην ισόγεια φτωχική μονοκατοικία στον αριθμό 9Β ζούσε μόνη της η 82χρονη Αργυρή Θάνου, μια γυναίκα κατάκοιτη, με σοβαρά προβλήματα υγείας. Ειδοποίησαν αμέσως την Αστυνομία, αλλά δεν τόλμησαν να βγουν από τα σπίτια τους. Περίμεναν να έρθει το πρώτο περιπολικό, για να δουν τι είχε συμβεί. Ξημέρωνε Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 1996.
Οι αστυνομικοί που έφτασαν λίγο μετά τις 5 μπήκαν με προφυλάξεις στη μονοκατοικία. Προχώρησαν στην κρεβατοκάμαρα και αντίκρισαν έναν νεαρό σκυμμένο πάνω από την ηλικιωμένη γυναίκα που ήταν πεσμένη μπρούμυτα στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι της, σφαγμένη με ένα κομμάτι σπασμένου καθρέφτη.
Δεν χρειάστηκαν κάτι περισσότερο για να του περάσουν χειροπέδες και να τον οδηγήσουν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Ήταν ο 25χρονος Κύπριος φοιτητής της Νομικής, Μάριος Γεωργίου. Όλα έδειχναν ότι ήταν ο δολοφόνος της γυναίκας. Η εικόνα φαινόταν ξεκάθαρη.
Ο νεαρός επέμενε ότι δεν θυμόταν τίποτα. Αλλά πώς γίνεται ένας άνθρωπος να βρίσκεται μέσα σε ένα σπίτι όπου έχει διαπραχθεί ένα τόσο άγριο έγκλημα και να μην μπορεί να θυμηθεί πώς βρέθηκε εκεί; Μπορεί η μέθη να δημιουργήσει ένα τόσο μεγάλο κενό μνήμης; Ή μήπως κάτι άλλο είχε συμβεί;
Στο πόντκαστ ο δημοσιογράφος Σπύρος Μάλλης, ο οποίος είχε καλύψει το έγκλημα για το ραδιόφωνο του Σκάι, θυμάται τις έρευνες της Αστυνομίας, ενώ η καθηγήτρια Εγκληματολογίας Κέλλυ Ιωάννου και η κλινική ψυχολόγος Τέσσα Χριστοδούλου δίνουν απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα που άφησε αναπάντητα η προανάκριση.
Γυναικοκτονία στη μέση του δρόμου
2026/09/27
Ο 39χρονος Κώστας κατευθυνόταν εκείνη την ημέρα στο δημοτικό σχολείο της κόρης του, στον Νέο Κόσμο, την οποία είχε καιρό να δει. Στην πραγματικότητα, όμως, παρακολουθούσε τη σύζυγό του που είχε εγκαταλείψει το σπιτικό τους στη Ζάκυνθο, παίρνοντας μαζί της τη μικρή, και είχε κάνει δεσμό με έναν άλλο άνδρα στην Αθήνα. Στην προσπάθειά του να την πείσει να γυρίσει κοντά του, έφυγε κι αυτός από το νησί. Νοίκιασε ένα σπίτι στο Περιστέρι και έπιασε δουλειά ως οικοδόμος.
Όταν την είδε «τυχαία» μπροστά του, άρχισε και πάλι τα παρακάλια. Όμως κατάλαβε ότι δεν είχε καμία τύχη. Η Ευσταθία είχε πάρει τις αποφάσεις της. Είχε διαγράψει κάθε σκέψη επιστροφής και του μίλησε απότομα, για να το πάρει απόφαση.
Ήταν 26 Απριλίου 1966, λίγο πριν από τις 6 το απόγευμα, όταν ο Κώστας έκανε μία ακόμη προσπάθεια επαναπροσέγγισης. Πήγε στον Νέο Κοσμο και περίμενε τη στιγμή που η Ευσταθία θα έβγαινε για να πάρει τη μικρή από το σχολείο. Την πέτυχε στην οδό Φραντζή. Την πλησίασε και άρχισε πάλι τα παρακάλια. Εκείνη, όμως, ήταν ανένδοτη. Ο Κώστας δεν έπαιρνε από λόγια. Ήταν αποφασισμένος να την πάρει μαζί του στη Ζάκυνθο. Δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι τον είχε εγκαταλείψει. Οι εμμονές του λειτουργούσαν σαν βραδύκαυστο φιτίλι.
Μιλά η καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Έφη Λαμπροπούλου, η οποία απαντά πώς ερμηνεύεται στην Εγκληματολογία η νοοτροπία «ή εγώ θα σε έχω ή κανείς».
Το μακελειό στα Ζωνιανά. Ποιος σκότωσε τον ειδικό φρουρό;
2026/09/20
Στους πρόποδες του Ψηλορείτη, στα χωριά του Μυλοποτάμου, η λέξη «άβατο» δεν είναι απλώς ένας δημοσιογραφικός χαρακτηρισμός. Για χρόνια, αποτελεί μια πραγματικότητα που όλοι γνωρίζουν, αλλά ελάχιστοι τολμούν να αμφισβητήσουν. Τα όπλα είναι μέρος της καθημερινότητας. Οι μπαλοθιές μπορεί να σημαίνουν γιορτή, αλλά και προειδοποίηση. Οι φυτείες χασίς, κρυμμένες στις πλαγιές του βουνού, οι καταγγελίες για ναρκωτικά, εκβιασμούς και ζωοκλοπές και, κυρίως, η αδυναμία του κράτους να επιβληθεί έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό σκηνικό. Και όσοι επιχείρησαν να το αλλάξουν, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα πολύ πιο σκληρή απ’ ό,τι φαντάζονταν.
Μέχρι που το πρωί της 5ης Νοεμβρίου του 2007, μια αυτοκινητοπομπή με δεκάδες αστυνομικούς πήρε τον ανηφορικό δρόμο προς τα Ζωνιανά, σε μια αποστολή που υποτίθεται πως θα έδειχνε ότι το κράτος ήταν αποφασισμένο να ξαναπάρει τον έλεγχο στα χέρια του. Όμως, λίγο πριν φτάσουν στην είσοδο του χωριού, τα όπλα «μίλησαν». Και ο ειδικός φρουρός Στάθης Λαζαρίδης δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του από εκείνη την επιχείρηση-φιάσκο, όπως χαρακτηρίστηκε.
Στο πόντκαστ μιλούν ο πρόεδρος των ειδικών φρουρών Κρήτης, Χρήστος Τσανακτσίδης, o οποίος ήταν ανάμεσα στα θύματα της επίθεσης των Ζωνιανών, και ο δημοσιογράφος Χάρης Λεοντάκης, που είχε καλύψει τα γεγονότα και τις εκτεταμένες έρευνες που ακολούθησαν για τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha.
Ποιος σκότωσε την κόρη του βιομηχάνου;
2026/09/13
Το ζευγάρι που πήρε το ταξί του ο οδηγός από την οδό Παπαδιαμαντοπούλου με προορισμό το Κολωνάκι τσακωνόταν έντονα σε όλη τη διαδρομή. Δεν μπορούσε να καταλάβει τον λόγο, καθώς δεν μιλούσαν ελληνικά. Φαινόταν όμως ότι ο έντονος διάλογος, οι φωνές και οι χειρονομίες τους είχαν ερωτικό υπόβαθρο. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα το ταξί έφτασε στην οδό Κανάρη και σταμάτησε έξω από την πολυκατοικία στον αριθμό 5. Η κοπέλα είπε στον οδηγό να περιμένει για λίγο, μέχρι να κλείσει πίσω της την πόρτα της εισόδου, ίσως επειδή διαισθανόταν τον κίνδυνο. Μπήκε στην πολυκατοικία, αλλά την ίδια στιγμή πετάχτηκε έξω και ο κομψός, μελαχρινός άνδρας που τη συνόδευε και την ακολούθησε στην είσοδο, προτού προλάβει να κλείσει την πόρτα. Δευτερόλεπτα αργότερα, ένας πυροβολισμός σήκωσε στο πόδι όλη τη γειτονιά. Ο άγνωστος άνδρας βγήκε στον δρόμο και απομακρύνθηκε τρέχοντας. Ήταν 9 Δεκεμβρίου 1963.
Η 29χρονη Τζούλια Συρεγγέλα ήταν κόρη του γνωστού βιομήχανου Γεωργίου Συρεγγέλα, ιδιοκτήτη της ΕΛΒΥΝ, της Ελληνικής Βιομηχανίας Υπολειμμάτων Νάφθης, που είχε ιδρύσει το 1936 και παρήγε ορυκτέλαια, γράσο, παραφίνη, άσφαλτο και άλλα προϊόντα. Η νεαρή γυναίκα δεν κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή για να αποκαλύψει την ταυτότητα του ανθρώπου που την πυροβόλησε, καθώς η σφαίρα προκάλεσε διαμπερές τραύμα στο κεφάλι.
Βαγγέλης Ρωχάμης: Βίος και πολιτεία ενός δραπέτη
2026/09/06
Στα 9 του χρόνια, το αγόρι από το Λευκαντί έδωσε τα πρώτα δείγματα γραφής, «δραπετεύοντας» από την αποθήκη του σχολείου, όπου τον είχε κλείσει η δασκάλα για τιμωρία. Ο Βαγγέλης Ρωχάμης παράτησε το σχολείο μετά τη Γ΄ Δημοτικού και αναζήτησε μεροκάματο στις οικοδομές της Χαλκίδας και αργότερα στην Αθήνα.
Στα 18 του γνώρισε τη φυλακή για 25 μέρες, επειδή δεν είχε χρήματα να εξαγοράσει την ποινή φυλάκισης 3 μηνών που του επιβλήθηκε για κλοπή μοτοποδηλάτου, την οποία ποτέ δεν παραδέχθηκε.
Από τότε οι φυλακές έγιναν το... δεύτερο σπίτι του, απ’ όπου δραπέτευε με χαρακτηριστική άνεση. Μέχρι και από το Πειθαρχείο του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων στο Χαϊδάρι δραπέτευσε, κόβοντας τα κάγκελα, για να περάσει το Πάσχα με τη γυναίκα του, την Αναστασία. Την είχε παντρευτεί στα 18 του. Απέκτησαν δυο κόρες, αλλά και δυο αγόρια που πέθαναν μωρά, γεγονός που, όπως είπε ο ίδιος, επιβάρυνε την ψυχολογική του κατάσταση.
Στον στρατό υπηρέτησε μόλις έξι μήνες ως έφεδρος υπαξιωματικός, προτού πάρει απολυτήριο για ψυχολογικούς λόγους. Δραπέτευσε και δεύτερη φορά από το Τάγμα, για να δει στο μαιευτήριο τη νεογέννητη κόρη του. Ο ίδιος μίλησε για απάνθρωπη συμπεριφορά από κάποιους βαθμοφόρους.
Τα επόμενα χρόνια ο Βαγγέλης Ρωχάμης έχτισε τον μύθο του «Πεταλούδα», όπως τον αποκάλεσαν οι εφημερίδες, λόγω των επανειλημμένων αποδράσεων από τις φυλακές.
Ένα κομμάτι της κοινωνίας τον έβλεπε με συμπάθεια. Για πολλούς ήταν ένας λαϊκός αντιήρωας που ξεγελούσε το σύστημα. Για άλλους, ένας επικίνδυνος εγκληματίας που λήστευε, έκλεβε, αντάλλασσε πυρά με αστυνομικούς, γι’ αυτό δεν θα έπρεπε να εξιδανικεύεται.
Αυτή η διπλή εικόνα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή, η οποία ξετυλίγεται σε αυτό το πόντκαστ. Ο ίδιος μιλά για το σύστημα που τον «έσπρωξε» στην παρανομία, ενώ η δικηγόρος Φωτεινή Βερνέζη, που τον εκπροσώπησε σε πολλά δικαστήρια, αναλύει τον χαρακτήρα του «άλλου» Ρωχάμη.
Η ιστορία του «δράκου του Σέιχ Σου»
2026/08/30
Ένας «δράκος» έριξε την εφιαλτική του σκιά πάνω από τη Θεσσαλονίκη τους πρώτους μήνες του 1959. Η τοπική κοινωνία, που παρακολουθούσε τρομαγμένη τις βίαιες επιθέσεις του και διπλοκλείδωνε τις πόρτες όταν έπεφτε το σκοτάδι, ήταν έτοιμη να υποδεχθεί την εξιχνίαση των εγκλημάτων του με οποιοδήποτε τίμημα. Σε καμία, ίσως, υπόθεση στα εγκληματολογικά χρονικά δεν υπάρχουν τόσες αμφιβολίες για το εάν αποδόθηκε δικαιοσύνη: ήταν πράγματι ο Αριστείδης Παγκρατίδης, που στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα ένα χειμωνιάτικο πρωινό του 1968, ο «δράκος του Σέιχ Σου»;
Η υπόθεση συγκλόνισε τη χώρα και άφησε πίσω της ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας: καταδικάστηκε ο πραγματικός ένοχος ή ένας άνθρωπος που ταίριαζε στην εικόνα του «βολικού ενόχου»; Πολλοί υποστήριξαν ότι ένας φτωχός και περιθωριοποιημένος νέος που πουλούσε το κορμί του για 10-15 δραχμές ή ένα πιάτο φαΐ ήταν το εύκολο θύμα και η ιδανική περίπτωση για να μείνουν για πάντα στο σκοτάδι οι πραγματικοί ένοχοι, να αποκτήσουν κύρος κάποιοι αξιωματικοί και να αποσπαστεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από τη δολοφονία Λαμπράκη και τη ρευστή πολιτική και κοινωνική κατάσταση της εποχής, που έδειχνε πως οι πληγές του Εμφυλίου δεν είχαν κλείσει.
Στο πόντκαστ ακούγονται ο δικηγόρος και πρώην εισαγγελέας Κωνσταντίνος Λογοθέτης, ο οποίος έχει γράψει για την υπόθεση Παγκρατίδη στο βιβλίο του με τίτλο «Εις θάνατον τετράκις», και ο δημοσιογράφος Κώστας Τσαρούχας, που ήταν παρών στην εκτέλεση του νεαρού θανατοποινίτη και μετέφερε την είδηση στη μητέρα του. Μέσα από τις μαρτυρίες και τα στοιχεία της υπόθεσης αναζητείται η αλήθεια πίσω από τον μύθο του «δράκου του Σέιχ Σου» και το ερώτημα που παραμένει ζωντανό δεκαετίες μετά: ήταν ο Αριστείδης Παγκρατίδης ο άνθρωπος που σκόρπισε τον τρόμο ή το τραγικό εξιλαστήριο θύμα μιας εποχής γεμάτης φόβο και αβεβαιότητα;
Βασίλης Λυμπέρης, o τελευταίος θανατοποινίτης
2026/08/23
5 Ιανουαρίου 1972, Μεταμόρφωση Χαλανδρίου, λίγο μετά τις 5 τα χαράματα. Ο Αντώνης Στρογγυλούδης, καθ’ οδόν για τη δουλειά του στο Δρομοκαΐτειο, βλέπει καπνό να βγαίνει από το σπίτι όπου μένει η αδελφή της γυναίκας του, η Βασιλική, μαζί με τη μάνα και τα δυο μικρά παιδιά της, στο τέρμα της οδού 28ης Οκτωβρίου. Τρέχει αμέσως για να δει τι συμβαίνει. Μπαίνει με το κλειδί που είναι πάνω στην πόρτα και αντικρίζει τη Βασιλική πεσμένη στο πάτωμα, με σχεδόν καθολικά εγκαύματα. Στο διπλανό δωμάτιο είναι απανθρακωμένη η 50χρονη μητέρα της Αντιγόνη Μάρκου και τα δυο παιδιά της, η Παναγιώτα 2,5 ετών και ο Γιώργος, που την επόμενη ημέρα θα συμπλήρωνε τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Το θέαμα τραγικό, του κόβει την ανάσα. Φαίνεται όμως ότι η Βασιλική είναι ακόμα ζωντανή. Με τη βοήθεια δυο γειτόνων την παίρνει στα χέρια, τη βάζει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του και τη μεταφέρει στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών.
Στο νοσοκομείο οι γιατροί δεν αποκαλύπτουν στη Βασιλική την τραγική αλήθεια. Αν και κατά διαστήματα έχει επαφή με το περιβάλλον, έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν έχει πολλή ζωή μπροστά της. Τα εγκαύματα καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο το σώμα της και δεν θα αντέξει. Όμως, αυτές τις 20 ώρες που θα κρατηθεί στη ζωή, θα προλάβει να αποκαλύψει στη θεία της, τη μοναχή Φιλοθέη που βρίσκεται δίπλα της από την πρώτη στιγμή, τις εφιαλτικές στιγμές που βίωσε και ποιος κρυβόταν πίσω από αυτήν τη θηριωδία.
Στο πόντκαστ ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Νίκος Γερακάρης, ο μοναδικός εκπρόσωπος του Τύπου που κάλυψε την τελευταία εκτέλεση, θυμάται τις συγκλονιστικές στιγμές που έζησε στην Κρήτη, ενώ η Αποστολία Τζιβάρα, φιλόλογος και εκπαιδεύτρια ενηλίκων με εξειδίκευση στη σωφρονιστική επιστήμη, μιλά για τη θανατική ποινή.
Το έγκλημα στον Λόφο του Φιλοπάππου
2026/08/16
Οι φωνές μιας κοπέλας που καλούσε απεγνωσμένα σε βοήθεια αναστάτωσαν όσους έκαναν τη βόλτα τους εκείνο το βράδυ στον Λόφο του Φιλοπάππου. Η 23χρονη από την Πορτογαλία έδειχνε την άκρη ενός βράχου, στη νοτιοδυτική πλευρά του λόφου, όπου βρισκόταν αιμόφυρτος ο φίλος της, ο 25χρονος Νίκος Μουστάκας. Είχε πέσει από ύψος 15 μέτρων και όταν έφτασαν οι διασώστες του ΕΚΑΒ ήταν ήδη νεκρός. Ήταν Δεκαπενταύγουστος του 2018 και η Αθήνα «πάγωσε» στην καρδιά του καλοκαιριού.
Μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να φωτίσει τα γεγονότα ήταν η νεαρή κοπέλα, η οποία, όταν συνήλθε από το σοκ, περιέγραψε όσα είχαν συμβεί. Μίλησε για τρεις νεαρούς άνδρες που πλησίασαν το ζευγάρι με πρόσχημα ότι ήθελαν φωτιά. Αν και απομακρύνθηκαν αρχικά, επέστρεψαν λίγο αργότερα. Ο ένας ακινητοποίησε την κοπέλα, ενώ οι άλλοι δύο πλησίασαν τον Νίκο με σκοπό να τον ληστέψουν.
Η κοπέλα δεν είδε τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Άκουσε μόνο τον Νίκο να προσπαθεί να τους πείσει να φύγουν, παίρνοντας το κινητό της και τα 60 ευρώ που είχε μαζί της. Τις στιγμές εκείνες προσπάθησε να προστατεύσει τόσο τον εαυτό του όσο και τη φίλη του, όμως η κατάσταση εξελίχθηκε τραγικά. Το αν τον έσπρωξαν ή αν έπεσε προσπαθώντας να ξεφύγει δεν έγινε αμέσως γνωστό. Το μόνο βέβαιο ήταν πως μια ληστεία είχε οδηγήσει σε έναν τραγικό θάνατο και ο Λόφος του Φιλοπάππου είχε μετατραπεί σε σκηνή εγκλήματος.
Στο πόντκαστ η δημοσιογράφος Κάτια Νιάκαρη θυμάται πώς η Αστυνομία βρέθηκε στα ίχνη των δραστών και μιλά για το ποινικό τους παρελθόν, ενώ η Ελένη Λαζάρου, η Άννα Λίτινα και η Ντίνα Τσουκαλά θυμούνται χαρακτηριστικές στιγμές από την εκδίκαση της υπόθεσης στα Δικαστήρια Ανηλίκων και στο Μικτό Ορκωτό Αθηνών.
Η διπλή γυναικοκτονία στο «Σωτηρία»
2026/08/09
Ο Βασίλης και η Δέσποινα παντρεύτηκαν πολύ μικροί. Αυτός ήταν 21 χρόνων, με βασανισμένα παιδικά χρόνια, λόγω της βάναυσης συμπεριφοράς των γονιών του, ενώ εκείνη μόλις είχε κλείσει τα 16 – βιαζόταν να μεγαλώσει και να ξεφύγει από τους γονείς της. Ο Βασίλης είχε ανάγκη από ζεστασιά, που κανείς δεν του είχε προσφέρει έως τότε, εκτός από τον παππού του, και αυτός για ένα μικρό χρονικό διάστημα που ήταν κοντά του. Ο γάμος φαινόταν να είναι το απάγκιο του, εκεί όπου θα έβρισκε αγάπη, γαλήνη και στοργή, μακριά απ’ αυτούς που του είχαν κολλήσει τη ρετσινιά του «τρελού», λόγω της παλαιότερης νοσηλείας του σε ψυχιατρικό ίδρυμα και του πρόωρου απολυτηρίου από τον στρατό, εξαιτίας αυτών των ψυχολογικών θεμάτων. Πίστευε ότι κάπου υπήρχε ένας άνθρωπος να καλύψει όλα τα κενά, να διορθώσει όλα όσα προηγήθηκαν. Και αυτός ο άνθρωπος ήταν η Δέσποινα.
Παρά τις αντιρρήσεις των γονιών τους, οι δύο νέοι ανέβηκαν τα σκαλιά της εκκλησίας. Λίγους μήνες αργότερα, ο Βασίλης πήρε τη Δέσποινα κι έφυγαν για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον στη μια πλευρά του Ατλαντικού. Κάποια δουλειά θα έβρισκαν, αφού στην Αθήνα δεν είχαν και τις καλύτερες προοπτικές. Δουλειές του ποδαριού έκανε ο Βασίλης, ένα άγουρο κορίτσι ήταν η Δέσποινα. Τα δύο αγοράκια που ήρθαν γρήγορα στη ζωή τους δεν συμπλήρωσαν την ευτυχία τους. Η Δέσποινα ασφυκτιούσε στην Αμερική, της έλειπαν η οικογένεια και οι φίλοι της. Αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, χωρίς καν να τον ρωτήσει. Ο Βασίλης δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν ήθελε να τη χάσει, κι έτσι την ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Το ζευγάρι, που περνούσε δύσκολα οικονομικά, εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα της μητέρας του Βασίλη, στου Ζωγράφου. Η γυναίκα, νιώθοντας ίσως τύψεις, προσπάθησε να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος. Αλλά και ο πατριός του έδειξε πρόθυμος να τον βοηθήσει να φτιάξει τη ζωή του στην Αθήνα. Ως πρώτο βήμα, τού παραχώρησε το ταξί του για να κάνει μεροκάματα και να συντηρήσει την οικογένειά του. Όλα έδειχναν ιδανικά. Αλλά όχι για πολύ…
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Κώστας Κυριακόπουλος, που είχε καλύψει το έγκλημα για την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», και Κατερίνα Μαστραντωνάκη, που είχε βρεθεί στο «Σωτηρία» με την κάμερα του Star. Επίσης η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Νάσια Σκαμπαρδώνη αναλύει το ψυχολογικό προφίλ του δράστη και συνδέει το έγκλημα με το σήμερα.
1999: Οι λεωφορειοπειρατείες που συγκλόνισαν την Ελλάδα
2026/08/02
Καλοκαίρι του 1999. Η Ελλάδα ζει στον ρυθμό του Χρηματιστηρίου, των ευρωεκλογών όπως και της προ-ολυμπιακής εποχής της ευμάρειας. Όμως μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, δύο λεωφορειοπειρατείες θα δοκιμάσουν τις αντοχές της Ελληνικής Αστυνομίας και θα καθηλώσουν μπροστά στις οθόνες τους εκατομμύρια τηλεθεατές. Οι πρωταγωνιστές ήταν δύο Αλβανοί μετανάστες. Ένας 25χρονος που είχε αδικηθεί, κατά τα λεγόμενά του, από την ελληνική δικαιοσύνη και ήθελε να αποκαταστήσει την τιμή του, και ένας 33χρονος, ο οποίος ήθελε να καταγγείλει τους αστυνομικούς, που, όπως υποστήριζε, του πήραν τα ταξιδιωτικά έγγραφα και τον κακοποίησαν. Ήταν δυο υποθέσεις-καρμπόν, που εξελίχθηκαν σε θρίλερ και μάλιστα σε ζωντανή σύνδεση, και τελείωσαν με αίμα. Η πρώτη επί αλβανικού εδάφους με θύμα, εκτός του πειρατή, τον 28χρονο Γιώργο Κουλούρη και η δεύτερη, έξω από τη Φλώρινα, με την εξουδετέρωση του δράστη.
Οι δύο λεωφορειοπειρατείες του 1999 αποτέλεσαν σημείο καμπής για τη διαχείριση των ομηριών στην Ελλάδα. Η πρώτη έμεινε στη μνήμη ως μια τραγωδία που μεταδόθηκε ζωντανά σε όλη τη χώρα. Η δεύτερη ως μια επιχείρηση που έδειξε πόσο σημαντικός είναι ο συντονισμός, η διαπραγμάτευση και η ψυχραιμία σε κρίσιμες καταστάσεις. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2002, για να δημιουργηθεί Ομάδα Διαπραγματευτών Ομηριών και Κρίσεων στην Ελληνική Αστυνομία, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Πάνος Μανής, που είχε καλύψει τις λεωφορειοπειρατείες για τον τηλεοπτικό σταθμό Μega, και Δήμητρα Τζιότζιου, που δούλευε για τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha. Ακούγονται, επίσης, οι επιβάτες να περιγράφουν τον εφιάλτη που έζησαν όλες εκείνες τις ώρες.
Το έγκλημα που ενέπνευσε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο
2026/07/26
Η γυναίκα που μπήκε το πρωί εκείνης της Κυριακής των Βαΐων στον Σταθμό Χωροφυλακής της Πλαταριάς Θεσπρωτίας είχε περπατήσει οκτώ χιλιόμετρα από το σπίτι της στο Πολυνέρι για να δηλώσει την εξαφάνιση του κουνιάδου της, του 45χρονου Χαρίση. Πήγαιναν δέκα μέρες που δεν είχε δώσει σημεία ζωής και φοβόταν ότι κάτι κακό τού είχε συμβεί. Ήταν σίγουρη ότι δεν είχε χαθεί από προσώπου γης με τη θέλησή του, δεν είχε λόγο. Οι άνδρες της Χωροφυλακής, που ανέλαβαν την υπόθεση, κάλεσαν για κατάθεση τη σύζυγο του εξαφανισμένου άνδρα. Εκείνη δεν φάνηκε να ανησυχεί. Υποστήριξε ότι ο Χαρίσης είχε φύγει και πάλι μετανάστης στη Γερμανία, όπως είχε κάνει κι άλλες φορές τα προηγούμενα χρόνια. Μάλιστα, έδειξε στους χωροφύλακες γράμμα που είχε ταχυδρομηθεί από τα Ιωάννινα, στο οποίο ο σύζυγός της έγραφε ότι θα περνούσε πρώτα από την Αθήνα για να τακτοποιήσει τις τελευταίες εκκρεμότητες προτού αναχωρήσει για το εξωτερικό.
Στο ημιορεινό χωριό της Θεσπρωτίας, σε μια περιοχή που εκείνη την εποχή μάστιζαν η φτώχεια και η μετανάστευση, ζούσαν λιγότεροι από εκατό κάτοικοι, καθώς οι περισσότεροι νέοι είχαν αναζητήσει καλύτερη τύχη στις πόλεις ή στη Γερμανία. Όλα, λοιπόν, έμοιαζαν φυσιολογικά, τουλάχιστον στην αρχή. Ωστόσο, οι έρευνες αποκάλυπταν σταδιακά στοιχεία που δεν ταίριαζαν με το σενάριο της μετανάστευσης. Ο Χαρίσης είχε επιστρέψει μόλις πριν από επτά μήνες από τη Γερμανία, είχε χτίσει νέο σπίτι και είχε ανοίξει μπακάλικο-καφενείο στο χωριό, ενώ λίγο προτού εξαφανιστεί είχε εξοφλήσει ένα σημαντικό χρέος, και δεν είχε σηκώσει τα χρήματα που θα χρειαζόταν για ένα νέο ταξίδι στο εξωτερικό.
Στο πόντκαστ, ο κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Μάνος Κουκίδης αναλύει τα χαρακτηριστικά της πολύκροτης υπόθεσης, φωτίζοντας το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της Ελλάδας του 1968, ενώ εξηγεί γιατί το έγκλημα στο Πολυνέρι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την ταινία «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Το τροχαίο που οδήγησε σε συμβόλαιο θανάτου
2026/07/19
Το «κλίμα» στο Ζάρκο Τρικάλων δεν «σήκωνε» τον 23χρονο Γιάννη από εκείνο το μουντό πρωινό που παρέσυρε με το αυτοκίνητό του και τραυμάτισε θανάσιμα έναν 17χρονο συγχωριανό του, την ώρα που πήγαιναν και οι δυο για δουλειά. Μέρα με τη μέρα ένιωθε να πνίγεται, όχι μόνο από τις τύψεις του, επειδή είχε στερήσει τη ζωή ενός νέου ανθρώπου, αλλά, πολύ περισσότερο, λόγω της συμπεριφοράς της οικογένειάς του, που σε κάθε ευκαιρία εκτόξευε κατάρες και απειλές εναντίον του.
Σε κάθε μικρή κοινωνία, ένας τέτοιος θάνατος δεν μένει ποτέ απλώς ένα δυστύχημα. Για την οικογένεια του Στέφανου δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για τον οδηγό. Το παιδί τους είχε χαθεί, και κάποιος έπρεπε να πληρώσει. Έως το μοιραίο πρωινό τίποτα δεν χώριζε τις δυο οικογένειες, ούτε και τις ένωνε όμως. Μια καλημέρα είχαν, όπως και με όλους στο Ζάρκο των 1.500 κατοίκων. Όμως, μετά το δυστύχημα, όλα άλλαξαν. Όσο περνούσε ο καιρός και ο νεαρός οδηγός κυκλοφορούσε ελεύθερος μέχρι να γίνει η δίκη –αφού η κατηγορία που αντιμετώπιζε ήταν σε βαθμό πλημμελήματος–, το μίσος «πότιζε» την οικογένεια του Στέφανου, που δεν μπορούσε να αντέξει τον χαμό του. Ένα μίσος που έγινε ανεξέλεγκτο, όταν ο Γιάννης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 3 ετών με αναστολή για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Πάνος Γαρουφαλιάς, ανταποκριτής, τότε, του τηλεοπτικού σταθμού Αlter στη Θεσσαλία, και Βαγγέλης Ρηγόπουλος, ο οποίος είχε καλύψει την υπόθεση για την εφημερίδα «Ελευθερία» της Λάρισας. Ακόμη, ο δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Διονύσης Χιόνης, υπεύθυνος επιστημονικών εκδόσεων και θεσμικής δικτύωσης του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, αναλύει τα χαρακτηριστικά του «συμβολαίου» θανάτου που υπογράφηκε με αίμα.
Podcast reviews
Read Αληθινά εγκλήματα podcast reviews
Κώστια 2025/04/14
Αμφιβάλλω για την ποιότητα.
Ακούω τα παλιότερα επεισόδια, το πως έγινε ο Σακαφλιάς Σακαβλιάς, ακόμη το ψάχνω. Θα ξεχάσουμε κι αυτά που ξέρουμε. Με κάνει να σκέφτομαι ότι ίσως πρέ...
Podcast sponsorship advertising
Start advertising on Αληθινά εγκλήματα relevant audience podcasts
You may also like to advertise on these Podcasts

3.99019564
20/20
ABC News

4.91363712
The Learning Leader Show With Ryan Hawk
Ryan Hawk

4.92112502
the bossbabe podcast
Natalie Ellis

4.3386152000
The Megyn Kelly Show
SiriusXM

4.947791414
The Shawn Ryan Show
Shawn Ryan

4.5185359
Who, When, Wow!
Tinkercast | Wondery

4.6687881118
Armchair Expert with Dax Shepard
Armchair Umbrella

4.9554162196
The MeidasTouch Podcast
MeidasTouch Network

4.639655
Only Murders in the Building Podcast
Straw Hut Media

4.7831518
The Home Service Expert Podcast
Tommy Mello: $200 Million Founder|Forbes, Inc., Entrepreneur Columnist