1536492240
Αληθινά εγκλήματα

Advertise on podcast: Αληθινά εγκλήματα

Rating
★★★★☆
4.2
from
12 reviews
Categories
Country
United States
This podcast has
158 episodes
Language
Greek
Publisher
LIFO PODCASTS
Explicit
No
Date created
2020/10/19
Latest episode
2026/10/04
Average duration
34 min.
Release period
7 days

Description

Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα από τον 19ο αι. μέχρι σήμερα.

Unlock Αληθινά εγκλήματα podcast Email contact info,
Listeners & Audience details

Email contact information

Direct podcast contact details

Listeners

Audience numbers & engagement insights

Audience details

Podcast Insights

Podcast episodes

Check latest episodes from Αληθινά εγκλήματα podcast


Η 82χρονη βρέθηκε σφαγμένη, ο δολοφόνος επέμενε πως δεν θυμόταν τίποτα
2026/10/04
Οι πνιχτές φωνές μιας ηλικιωμένης γυναίκας που προσπαθούσε να καλέσει απεγνωσμένα σε βοήθεια αναστάτωσαν εκείνη τη νύχτα τους κατοίκους της οδού Τούσα Μπότσαρη, ενός μικρού στενού δρόμου, κάθετου στη Βεΐκου, στο Κουκάκι. Κάποιοι ήξεραν ότι στην ισόγεια φτωχική μονοκατοικία στον αριθμό 9Β ζούσε μόνη της η 82χρονη Αργυρή Θάνου, μια γυναίκα κατάκοιτη, με σοβαρά προβλήματα υγείας. Ειδοποίησαν αμέσως την Αστυνομία, αλλά δεν τόλμησαν να βγουν από τα σπίτια τους. Περίμεναν να έρθει το πρώτο περιπολικό, για να δουν τι είχε συμβεί. Ξημέρωνε Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 1996. Οι αστυνομικοί που έφτασαν λίγο μετά τις 5 μπήκαν με προφυλάξεις στη μονοκατοικία. Προχώρησαν στην κρεβατοκάμαρα και αντίκρισαν έναν νεαρό σκυμμένο πάνω από την ηλικιωμένη γυναίκα που ήταν πεσμένη μπρούμυτα στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι της, σφαγμένη με ένα κομμάτι σπασμένου καθρέφτη. Δεν χρειάστηκαν κάτι περισσότερο για να του περάσουν χειροπέδες και να τον οδηγήσουν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Ήταν ο 25χρονος Κύπριος φοιτητής της Νομικής, Μάριος Γεωργίου. Όλα έδειχναν ότι ήταν ο δολοφόνος της γυναίκας. Η εικόνα φαινόταν ξεκάθαρη. Ο νεαρός επέμενε ότι δεν θυμόταν τίποτα. Αλλά πώς γίνεται ένας άνθρωπος να βρίσκεται μέσα σε ένα σπίτι όπου έχει διαπραχθεί ένα τόσο άγριο έγκλημα και να μην μπορεί να θυμηθεί πώς βρέθηκε εκεί; Μπορεί η μέθη να δημιουργήσει ένα τόσο μεγάλο κενό μνήμης; Ή μήπως κάτι άλλο είχε συμβεί; Στο πόντκαστ ο δημοσιογράφος Σπύρος Μάλλης, ο οποίος είχε καλύψει το έγκλημα για το ραδιόφωνο του Σκάι, θυμάται τις έρευνες της Αστυνομίας, ενώ η καθηγήτρια Εγκληματολογίας Κέλλυ Ιωάννου και η κλινική ψυχολόγος Τέσσα Χριστοδούλου δίνουν απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα που άφησε αναπάντητα η προανάκριση.
Γυναικοκτονία στη μέση του δρόμου
2026/09/27
Ο 39χρονος Κώστας κατευθυνόταν εκείνη την ημέρα στο δημοτικό σχολείο της κόρης του, στον Νέο Κόσμο, την οποία είχε καιρό να δει. Στην πραγματικότητα, όμως, παρακολουθούσε τη σύζυγό του που είχε εγκαταλείψει το σπιτικό τους στη Ζάκυνθο, παίρνοντας μαζί της τη μικρή, και είχε κάνει δεσμό με έναν άλλο άνδρα στην Αθήνα. Στην προσπάθειά του να την πείσει να γυρίσει κοντά του, έφυγε κι αυτός από το νησί. Νοίκιασε ένα σπίτι στο Περιστέρι και έπιασε δουλειά ως οικοδόμος. Όταν την είδε «τυχαία» μπροστά του, άρχισε και πάλι τα παρακάλια. Όμως κατάλαβε ότι δεν είχε καμία τύχη. Η Ευσταθία είχε πάρει τις αποφάσεις της. Είχε διαγράψει κάθε σκέψη επιστροφής και του μίλησε απότομα, για να το πάρει απόφαση. Ήταν 26 Απριλίου 1966, λίγο πριν από τις 6 το απόγευμα, όταν ο Κώστας έκανε μία ακόμη προσπάθεια επαναπροσέγγισης. Πήγε στον Νέο Κοσμο και περίμενε τη στιγμή που η Ευσταθία θα έβγαινε για να πάρει τη μικρή από το σχολείο. Την πέτυχε στην οδό Φραντζή. Την πλησίασε και άρχισε πάλι τα παρακάλια. Εκείνη, όμως, ήταν ανένδοτη. Ο Κώστας δεν έπαιρνε από λόγια. Ήταν αποφασισμένος να την πάρει μαζί του στη Ζάκυνθο. Δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι τον είχε εγκαταλείψει. Οι εμμονές του λειτουργούσαν σαν βραδύκαυστο φιτίλι. Μιλά η καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Έφη Λαμπροπούλου, η οποία απαντά πώς ερμηνεύεται στην Εγκληματολογία η νοοτροπία «ή εγώ θα σε έχω ή κανείς».
Το μακελειό στα Ζωνιανά. Ποιος σκότωσε τον ειδικό φρουρό;
2026/09/20
Στους πρόποδες του Ψηλορείτη, στα χωριά του Μυλοποτάμου, η λέξη «άβατο» δεν είναι απλώς ένας δημοσιογραφικός χαρακτηρισμός. Για χρόνια, αποτελεί μια πραγματικότητα που όλοι γνωρίζουν, αλλά ελάχιστοι τολμούν να αμφισβητήσουν. Τα όπλα είναι μέρος της καθημερινότητας. Οι μπαλοθιές μπορεί να σημαίνουν γιορτή, αλλά και προειδοποίηση. Οι φυτείες χασίς, κρυμμένες στις πλαγιές του βουνού, οι καταγγελίες για ναρκωτικά, εκβιασμούς και ζωοκλοπές και, κυρίως, η αδυναμία του κράτους να επιβληθεί έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό σκηνικό. Και όσοι επιχείρησαν να το αλλάξουν, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα πολύ πιο σκληρή απ’ ό,τι φαντάζονταν. Μέχρι που το πρωί της 5ης Νοεμβρίου του 2007, μια αυτοκινητοπομπή με δεκάδες αστυνομικούς πήρε τον ανηφορικό δρόμο προς τα Ζωνιανά, σε μια αποστολή που υποτίθεται πως θα έδειχνε ότι το κράτος ήταν αποφασισμένο να ξαναπάρει τον έλεγχο στα χέρια του. Όμως, λίγο πριν φτάσουν στην είσοδο του χωριού, τα όπλα «μίλησαν». Και ο ειδικός φρουρός Στάθης Λαζαρίδης δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του από εκείνη την επιχείρηση-φιάσκο, όπως χαρακτηρίστηκε.  Στο πόντκαστ μιλούν ο πρόεδρος των ειδικών φρουρών Κρήτης, Χρήστος Τσανακτσίδης, o οποίος ήταν ανάμεσα στα θύματα της επίθεσης των Ζωνιανών, και ο δημοσιογράφος Χάρης Λεοντάκης, που είχε καλύψει τα γεγονότα και τις εκτεταμένες έρευνες που ακολούθησαν για τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha.
Ποιος σκότωσε την κόρη του βιομηχάνου;
2026/09/13
Το ζευγάρι που πήρε το ταξί του ο οδηγός από την οδό Παπαδιαμαντοπούλου με προορισμό το Κολωνάκι τσακωνόταν έντονα σε όλη τη διαδρομή. Δεν μπορούσε να καταλάβει τον λόγο, καθώς δεν μιλούσαν ελληνικά. Φαινόταν όμως ότι ο έντονος διάλογος, οι φωνές και οι χειρονομίες τους είχαν ερωτικό υπόβαθρο. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα το ταξί έφτασε στην οδό Κανάρη και σταμάτησε έξω από την πολυκατοικία στον αριθμό 5. Η κοπέλα είπε στον οδηγό να περιμένει για λίγο, μέχρι να κλείσει πίσω της την πόρτα της εισόδου, ίσως επειδή διαισθανόταν τον κίνδυνο. Μπήκε στην πολυκατοικία, αλλά την ίδια στιγμή πετάχτηκε έξω και ο κομψός, μελαχρινός άνδρας που τη συνόδευε και την ακολούθησε στην είσοδο, προτού προλάβει να κλείσει την πόρτα. Δευτερόλεπτα αργότερα, ένας πυροβολισμός σήκωσε στο πόδι όλη τη γειτονιά. Ο άγνωστος άνδρας βγήκε στον δρόμο και απομακρύνθηκε τρέχοντας. Ήταν 9 Δεκεμβρίου 1963. Η 29χρονη Τζούλια Συρεγγέλα ήταν κόρη του γνωστού βιομήχανου Γεωργίου Συρεγγέλα, ιδιοκτήτη της ΕΛΒΥΝ, της Ελληνικής Βιομηχανίας Υπολειμμάτων Νάφθης, που είχε ιδρύσει το 1936 και παρήγε ορυκτέλαια, γράσο, παραφίνη, άσφαλτο και άλλα προϊόντα. Η νεαρή γυναίκα δεν κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή για να αποκαλύψει την ταυτότητα του ανθρώπου που την πυροβόλησε, καθώς η σφαίρα προκάλεσε διαμπερές τραύμα στο κεφάλι.
Βαγγέλης Ρωχάμης: Βίος και πολιτεία ενός δραπέτη
2026/09/06
Στα 9 του χρόνια, το αγόρι από το Λευκαντί έδωσε τα πρώτα δείγματα γραφής, «δραπετεύοντας» από την αποθήκη του σχολείου, όπου τον είχε κλείσει η δασκάλα για τιμωρία. Ο Βαγγέλης Ρωχάμης παράτησε το σχολείο μετά τη Γ΄ Δημοτικού και αναζήτησε μεροκάματο στις οικοδομές της Χαλκίδας και αργότερα στην Αθήνα. Στα 18 του γνώρισε τη φυλακή για 25 μέρες, επειδή δεν είχε χρήματα να εξαγοράσει την ποινή φυλάκισης 3 μηνών που του επιβλήθηκε για κλοπή μοτοποδηλάτου, την οποία ποτέ δεν παραδέχθηκε. Από τότε οι φυλακές έγιναν το... δεύτερο σπίτι του, απ’ όπου δραπέτευε με χαρακτηριστική άνεση. Μέχρι και από το Πειθαρχείο του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων στο Χαϊδάρι δραπέτευσε, κόβοντας τα κάγκελα, για να περάσει το Πάσχα με τη γυναίκα του, την Αναστασία. Την είχε παντρευτεί στα 18 του. Απέκτησαν δυο κόρες, αλλά και δυο αγόρια που πέθαναν μωρά, γεγονός που, όπως είπε ο ίδιος, επιβάρυνε την ψυχολογική του κατάσταση. Στον στρατό υπηρέτησε μόλις έξι μήνες ως έφεδρος υπαξιωματικός, προτού πάρει απολυτήριο για ψυχολογικούς λόγους. Δραπέτευσε και δεύτερη φορά από το Τάγμα, για να δει στο μαιευτήριο τη νεογέννητη κόρη του. Ο ίδιος μίλησε για απάνθρωπη συμπεριφορά από κάποιους βαθμοφόρους. Τα επόμενα χρόνια ο Βαγγέλης Ρωχάμης έχτισε τον μύθο του «Πεταλούδα», όπως τον αποκάλεσαν οι εφημερίδες, λόγω των επανειλημμένων αποδράσεων από τις φυλακές. Ένα κομμάτι της κοινωνίας τον έβλεπε με συμπάθεια. Για πολλούς ήταν ένας λαϊκός αντιήρωας που ξεγελούσε το σύστημα. Για άλλους, ένας επικίνδυνος εγκληματίας που λήστευε, έκλεβε, αντάλλασσε πυρά με αστυνομικούς, γι’ αυτό δεν θα έπρεπε να εξιδανικεύεται. Αυτή η διπλή εικόνα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή, η οποία ξετυλίγεται σε αυτό το πόντκαστ. Ο ίδιος μιλά για το σύστημα που τον «έσπρωξε» στην παρανομία, ενώ η δικηγόρος Φωτεινή Βερνέζη, που τον εκπροσώπησε σε πολλά δικαστήρια, αναλύει τον χαρακτήρα του «άλλου» Ρωχάμη.
Η ιστορία του «δράκου του Σέιχ Σου»
2026/08/30
Ένας «δράκος» έριξε την εφιαλτική του σκιά πάνω από τη Θεσσαλονίκη τους πρώτους μήνες του 1959. Η τοπική κοινωνία, που παρακολουθούσε τρομαγμένη τις βίαιες επιθέσεις του και διπλοκλείδωνε τις πόρτες όταν έπεφτε το σκοτάδι, ήταν έτοιμη να υποδεχθεί την εξιχνίαση των εγκλημάτων του με οποιοδήποτε τίμημα. Σε καμία, ίσως, υπόθεση στα εγκληματολογικά χρονικά δεν υπάρχουν τόσες αμφιβολίες για το εάν αποδόθηκε δικαιοσύνη: ήταν πράγματι ο Αριστείδης Παγκρατίδης, που στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα ένα χειμωνιάτικο πρωινό του 1968, ο «δράκος του Σέιχ Σου»; Η υπόθεση συγκλόνισε τη χώρα και άφησε πίσω της ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας: καταδικάστηκε ο πραγματικός ένοχος ή ένας άνθρωπος που ταίριαζε στην εικόνα του «βολικού ενόχου»; Πολλοί υποστήριξαν ότι ένας φτωχός και περιθωριοποιημένος νέος που πουλούσε το κορμί του για 10-15 δραχμές ή ένα πιάτο φαΐ ήταν το εύκολο θύμα και η ιδανική περίπτωση για να μείνουν για πάντα στο σκοτάδι οι πραγματικοί ένοχοι, να αποκτήσουν κύρος κάποιοι αξιωματικοί και να αποσπαστεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από τη δολοφονία Λαμπράκη και τη ρευστή πολιτική και κοινωνική κατάσταση της εποχής, που έδειχνε πως οι πληγές του Εμφυλίου δεν είχαν κλείσει. Στο πόντκαστ ακούγονται ο δικηγόρος και πρώην εισαγγελέας Κωνσταντίνος Λογοθέτης, ο οποίος έχει γράψει για την υπόθεση Παγκρατίδη στο βιβλίο του με τίτλο «Εις θάνατον τετράκις», και ο δημοσιογράφος Κώστας Τσαρούχας, που ήταν παρών στην εκτέλεση του νεαρού θανατοποινίτη και μετέφερε την είδηση στη μητέρα του. Μέσα από τις μαρτυρίες και τα στοιχεία της υπόθεσης αναζητείται η αλήθεια πίσω από τον μύθο του «δράκου του Σέιχ Σου» και το ερώτημα που παραμένει ζωντανό δεκαετίες μετά: ήταν ο Αριστείδης Παγκρατίδης ο άνθρωπος που σκόρπισε τον τρόμο ή το τραγικό εξιλαστήριο θύμα μιας εποχής γεμάτης φόβο και αβεβαιότητα;
Βασίλης Λυμπέρης, o τελευταίος θανατοποινίτης
2026/08/23
5 Ιανουαρίου 1972, Μεταμόρφωση Χαλανδρίου, λίγο μετά τις 5 τα χαράματα. Ο Αντώνης Στρογγυλούδης, καθ’ οδόν για τη δουλειά του στο Δρομοκαΐτειο, βλέπει καπνό να βγαίνει από το σπίτι όπου μένει η αδελφή της γυναίκας του, η Βασιλική, μαζί με τη μάνα και τα δυο μικρά παιδιά της, στο τέρμα της οδού 28ης Οκτωβρίου. Τρέχει αμέσως για να δει τι συμβαίνει. Μπαίνει με το κλειδί που είναι πάνω στην πόρτα και αντικρίζει τη Βασιλική πεσμένη στο πάτωμα, με σχεδόν καθολικά εγκαύματα. Στο διπλανό δωμάτιο είναι απανθρακωμένη η 50χρονη μητέρα της Αντιγόνη Μάρκου και τα δυο παιδιά της, η Παναγιώτα 2,5 ετών και ο Γιώργος, που την επόμενη ημέρα θα συμπλήρωνε τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Το θέαμα τραγικό, του κόβει την ανάσα. Φαίνεται όμως ότι η Βασιλική είναι ακόμα ζωντανή. Με τη βοήθεια δυο γειτόνων την παίρνει στα χέρια, τη βάζει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του και τη μεταφέρει στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών. Στο νοσοκομείο οι γιατροί δεν αποκαλύπτουν στη Βασιλική την τραγική αλήθεια. Αν και κατά διαστήματα έχει επαφή με το περιβάλλον, έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν έχει πολλή ζωή μπροστά της. Τα εγκαύματα καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο το σώμα της και δεν θα αντέξει. Όμως, αυτές τις 20 ώρες που θα κρατηθεί στη ζωή, θα προλάβει να αποκαλύψει στη θεία της, τη μοναχή Φιλοθέη που βρίσκεται δίπλα της από την πρώτη στιγμή, τις εφιαλτικές στιγμές που βίωσε και ποιος κρυβόταν πίσω από αυτήν τη θηριωδία. Στο πόντκαστ ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Νίκος Γερακάρης, ο μοναδικός εκπρόσωπος του Τύπου που κάλυψε την τελευταία εκτέλεση, θυμάται τις συγκλονιστικές στιγμές που έζησε στην Κρήτη, ενώ η Αποστολία Τζιβάρα, φιλόλογος και εκπαιδεύτρια ενηλίκων με εξειδίκευση στη σωφρονιστική επιστήμη, μιλά για τη θανατική ποινή.
Το έγκλημα στον Λόφο του Φιλοπάππου
2026/08/16
Οι φωνές μιας κοπέλας που καλούσε απεγνωσμένα σε βοήθεια αναστάτωσαν όσους έκαναν τη βόλτα τους εκείνο το βράδυ στον Λόφο του Φιλοπάππου. Η 23χρονη από την Πορτογαλία έδειχνε την άκρη ενός βράχου, στη νοτιοδυτική πλευρά του λόφου, όπου βρισκόταν αιμόφυρτος ο φίλος της, ο 25χρονος Νίκος Μουστάκας. Είχε πέσει από ύψος 15 μέτρων και όταν έφτασαν οι διασώστες του ΕΚΑΒ ήταν ήδη νεκρός. Ήταν Δεκαπενταύγουστος του 2018 και η Αθήνα «πάγωσε» στην καρδιά του καλοκαιριού. Μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να φωτίσει τα γεγονότα ήταν η νεαρή κοπέλα, η οποία, όταν συνήλθε από το σοκ, περιέγραψε όσα είχαν συμβεί. Μίλησε για τρεις νεαρούς άνδρες που πλησίασαν το ζευγάρι με πρόσχημα ότι ήθελαν φωτιά. Αν και απομακρύνθηκαν αρχικά, επέστρεψαν λίγο αργότερα. Ο ένας ακινητοποίησε την κοπέλα, ενώ οι άλλοι δύο πλησίασαν τον Νίκο με σκοπό να τον ληστέψουν. Η κοπέλα δεν είδε τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Άκουσε μόνο τον Νίκο να προσπαθεί να τους πείσει να φύγουν, παίρνοντας το κινητό της και τα 60 ευρώ που είχε μαζί της. Τις στιγμές εκείνες προσπάθησε να προστατεύσει τόσο τον εαυτό του όσο και τη φίλη του, όμως η κατάσταση εξελίχθηκε τραγικά. Το αν τον έσπρωξαν ή αν έπεσε προσπαθώντας να ξεφύγει δεν έγινε αμέσως γνωστό. Το μόνο βέβαιο ήταν πως μια ληστεία είχε οδηγήσει σε έναν τραγικό θάνατο και ο Λόφος του Φιλοπάππου είχε μετατραπεί σε σκηνή εγκλήματος. Στο πόντκαστ η δημοσιογράφος Κάτια Νιάκαρη θυμάται πώς η Αστυνομία βρέθηκε στα ίχνη των δραστών και μιλά για το ποινικό τους παρελθόν, ενώ η Ελένη Λαζάρου, η Άννα Λίτινα και η Ντίνα Τσουκαλά θυμούνται χαρακτηριστικές στιγμές από την εκδίκαση της υπόθεσης στα Δικαστήρια Ανηλίκων και στο Μικτό Ορκωτό Αθηνών.
Η διπλή γυναικοκτονία στο «Σωτηρία»
2026/08/09
Ο Βασίλης και η Δέσποινα παντρεύτηκαν πολύ μικροί. Αυτός ήταν 21 χρόνων, με βασανισμένα παιδικά χρόνια, λόγω της βάναυσης συμπεριφοράς των γονιών του, ενώ εκείνη μόλις είχε κλείσει τα 16 – βιαζόταν να μεγαλώσει και να ξεφύγει από τους γονείς της. Ο Βασίλης είχε ανάγκη από ζεστασιά, που κανείς δεν του είχε προσφέρει έως τότε, εκτός από τον παππού του, και αυτός για ένα μικρό χρονικό διάστημα που ήταν κοντά του. Ο γάμος φαινόταν να είναι το απάγκιο του, εκεί όπου θα έβρισκε αγάπη, γαλήνη και στοργή, μακριά απ’ αυτούς που του είχαν κολλήσει τη ρετσινιά του «τρελού», λόγω της παλαιότερης νοσηλείας του σε ψυχιατρικό ίδρυμα και του πρόωρου απολυτηρίου από τον στρατό, εξαιτίας αυτών των ψυχολογικών θεμάτων. Πίστευε ότι κάπου υπήρχε ένας άνθρωπος να καλύψει όλα τα κενά, να διορθώσει όλα όσα προηγήθηκαν. Και αυτός ο άνθρωπος ήταν η Δέσποινα. Παρά τις αντιρρήσεις των γονιών τους, οι δύο νέοι ανέβηκαν τα σκαλιά της εκκλησίας. Λίγους μήνες αργότερα, ο Βασίλης πήρε τη Δέσποινα κι έφυγαν για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον στη μια πλευρά του Ατλαντικού. Κάποια δουλειά θα έβρισκαν, αφού στην Αθήνα δεν είχαν και τις καλύτερες προοπτικές. Δουλειές του ποδαριού έκανε ο Βασίλης, ένα άγουρο κορίτσι ήταν η Δέσποινα. Τα δύο αγοράκια που ήρθαν γρήγορα στη ζωή τους δεν συμπλήρωσαν την ευτυχία τους. Η Δέσποινα ασφυκτιούσε στην Αμερική, της έλειπαν η οικογένεια και οι φίλοι της. Αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, χωρίς καν να τον ρωτήσει. Ο Βασίλης δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν ήθελε να τη χάσει, κι έτσι την ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το ζευγάρι, που περνούσε δύσκολα οικονομικά, εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα της μητέρας του Βασίλη, στου Ζωγράφου. Η γυναίκα, νιώθοντας ίσως τύψεις, προσπάθησε να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος. Αλλά και ο πατριός του έδειξε πρόθυμος να τον βοηθήσει να φτιάξει τη ζωή του στην Αθήνα. Ως πρώτο βήμα, τού παραχώρησε το ταξί του για να κάνει μεροκάματα και να συντηρήσει την οικογένειά του. Όλα έδειχναν ιδανικά. Αλλά όχι για πολύ… Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Κώστας Κυριακόπουλος, που είχε καλύψει το έγκλημα για την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», και Κατερίνα Μαστραντωνάκη, που είχε βρεθεί στο «Σωτηρία» με την κάμερα του Star. Επίσης η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Νάσια Σκαμπαρδώνη αναλύει το ψυχολογικό προφίλ του δράστη και συνδέει το έγκλημα με το σήμερα.
1999: Οι λεωφορειοπειρατείες που συγκλόνισαν την Ελλάδα
2026/08/02
Καλοκαίρι του 1999. Η Ελλάδα ζει στον ρυθμό του Χρηματιστηρίου, των ευρωεκλογών όπως και της προ-ολυμπιακής εποχής της ευμάρειας. Όμως μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, δύο λεωφορειοπειρατείες θα δοκιμάσουν τις αντοχές της Ελληνικής Αστυνομίας και θα καθηλώσουν μπροστά στις οθόνες τους εκατομμύρια τηλεθεατές. Οι πρωταγωνιστές ήταν δύο Αλβανοί μετανάστες. Ένας 25χρονος που είχε αδικηθεί, κατά τα λεγόμενά του, από την ελληνική δικαιοσύνη και ήθελε να αποκαταστήσει την τιμή του, και ένας 33χρονος, ο οποίος ήθελε να καταγγείλει τους αστυνομικούς, που, όπως υποστήριζε, του πήραν τα ταξιδιωτικά έγγραφα και τον κακοποίησαν. Ήταν δυο υποθέσεις-καρμπόν, που εξελίχθηκαν σε θρίλερ και μάλιστα σε ζωντανή σύνδεση, και τελείωσαν με αίμα. Η πρώτη επί αλβανικού εδάφους με θύμα, εκτός του πειρατή, τον 28χρονο Γιώργο Κουλούρη και η δεύτερη, έξω από τη Φλώρινα, με την εξουδετέρωση του δράστη. Οι δύο λεωφορειοπειρατείες του 1999 αποτέλεσαν σημείο καμπής για τη διαχείριση των ομηριών στην Ελλάδα. Η πρώτη έμεινε στη μνήμη ως μια τραγωδία που μεταδόθηκε ζωντανά σε όλη τη χώρα. Η δεύτερη ως μια επιχείρηση που έδειξε πόσο σημαντικός είναι ο συντονισμός, η διαπραγμάτευση και η ψυχραιμία σε κρίσιμες καταστάσεις. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2002, για να δημιουργηθεί Ομάδα Διαπραγματευτών Ομηριών και Κρίσεων στην Ελληνική Αστυνομία, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.  Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Πάνος Μανής, που είχε καλύψει τις λεωφορειοπειρατείες για τον τηλεοπτικό σταθμό Μega, και Δήμητρα Τζιότζιου, που δούλευε για τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha. Ακούγονται, επίσης, οι επιβάτες να περιγράφουν τον εφιάλτη που έζησαν όλες εκείνες τις ώρες.
Το έγκλημα που ενέπνευσε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο
2026/07/26
Η γυναίκα που μπήκε το πρωί εκείνης της Κυριακής των Βαΐων στον Σταθμό Χωροφυλακής της Πλαταριάς Θεσπρωτίας είχε περπατήσει οκτώ χιλιόμετρα από το σπίτι της στο Πολυνέρι για να δηλώσει την εξαφάνιση του κουνιάδου της, του 45χρονου Χαρίση. Πήγαιναν δέκα μέρες που δεν είχε δώσει σημεία ζωής και φοβόταν ότι κάτι κακό τού είχε συμβεί. Ήταν σίγουρη ότι δεν είχε χαθεί από προσώπου γης με τη θέλησή του, δεν είχε λόγο. Οι άνδρες της Χωροφυλακής, που ανέλαβαν την υπόθεση, κάλεσαν για κατάθεση τη σύζυγο του εξαφανισμένου άνδρα. Εκείνη δεν φάνηκε να ανησυχεί. Υποστήριξε ότι ο Χαρίσης είχε φύγει και πάλι μετανάστης στη Γερμανία, όπως είχε κάνει κι άλλες φορές τα προηγούμενα χρόνια. Μάλιστα, έδειξε στους χωροφύλακες γράμμα που είχε ταχυδρομηθεί από τα Ιωάννινα, στο οποίο ο σύζυγός της έγραφε ότι θα περνούσε πρώτα από την Αθήνα για να τακτοποιήσει τις τελευταίες εκκρεμότητες προτού αναχωρήσει για το εξωτερικό. Στο ημιορεινό χωριό της Θεσπρωτίας, σε μια περιοχή που εκείνη την εποχή μάστιζαν η φτώχεια και η μετανάστευση, ζούσαν λιγότεροι από εκατό κάτοικοι, καθώς οι περισσότεροι νέοι είχαν αναζητήσει καλύτερη τύχη στις πόλεις ή στη Γερμανία. Όλα, λοιπόν, έμοιαζαν φυσιολογικά, τουλάχιστον στην αρχή. Ωστόσο, οι έρευνες αποκάλυπταν σταδιακά στοιχεία που δεν ταίριαζαν με το σενάριο της μετανάστευσης. Ο Χαρίσης είχε επιστρέψει μόλις πριν από επτά μήνες από τη Γερμανία, είχε χτίσει νέο σπίτι και είχε ανοίξει μπακάλικο-καφενείο στο χωριό, ενώ λίγο προτού εξαφανιστεί είχε εξοφλήσει ένα σημαντικό χρέος, και δεν είχε σηκώσει τα χρήματα που θα χρειαζόταν για ένα νέο ταξίδι στο εξωτερικό. Στο πόντκαστ, ο κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Μάνος Κουκίδης αναλύει τα χαρακτηριστικά της πολύκροτης υπόθεσης, φωτίζοντας το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της Ελλάδας του 1968, ενώ εξηγεί γιατί το έγκλημα στο Πολυνέρι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την ταινία «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Το τροχαίο που οδήγησε σε συμβόλαιο θανάτου
2026/07/19
Το «κλίμα» στο Ζάρκο Τρικάλων δεν «σήκωνε» τον 23χρονο Γιάννη από εκείνο το μουντό πρωινό που παρέσυρε με το αυτοκίνητό του και τραυμάτισε θανάσιμα έναν 17χρονο συγχωριανό του, την ώρα που πήγαιναν και οι δυο για δουλειά. Μέρα με τη μέρα ένιωθε να πνίγεται, όχι μόνο από τις τύψεις του, επειδή είχε στερήσει τη ζωή ενός νέου ανθρώπου, αλλά, πολύ περισσότερο, λόγω της συμπεριφοράς της οικογένειάς του, που σε κάθε ευκαιρία εκτόξευε κατάρες και απειλές εναντίον του.   Σε κάθε μικρή κοινωνία, ένας τέτοιος θάνατος δεν μένει ποτέ απλώς ένα δυστύχημα. Για την οικογένεια του Στέφανου δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για τον οδηγό. Το παιδί τους είχε χαθεί, και κάποιος έπρεπε να πληρώσει. Έως το μοιραίο πρωινό τίποτα δεν χώριζε τις δυο οικογένειες, ούτε και τις ένωνε όμως. Μια καλημέρα είχαν, όπως και με όλους στο Ζάρκο των 1.500 κατοίκων. Όμως, μετά το δυστύχημα, όλα άλλαξαν. Όσο περνούσε ο καιρός και ο νεαρός οδηγός κυκλοφορούσε ελεύθερος μέχρι να γίνει η δίκη –αφού η κατηγορία που αντιμετώπιζε ήταν σε βαθμό πλημμελήματος–, το μίσος «πότιζε» την οικογένεια του Στέφανου, που δεν μπορούσε να αντέξει τον χαμό του. Ένα μίσος που έγινε ανεξέλεγκτο, όταν ο Γιάννης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 3 ετών με αναστολή για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.   Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Πάνος Γαρουφαλιάς, ανταποκριτής, τότε, του τηλεοπτικού σταθμού Αlter στη Θεσσαλία, και Βαγγέλης Ρηγόπουλος, ο οποίος είχε καλύψει την υπόθεση για την εφημερίδα «Ελευθερία» της Λάρισας. Ακόμη, ο δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Διονύσης Χιόνης, υπεύθυνος επιστημονικών εκδόσεων και θεσμικής δικτύωσης του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, αναλύει τα χαρακτηριστικά του «συμβολαίου» θανάτου που υπογράφηκε με αίμα.
Το κορίτσι με το τατουάζ και το φονικό στο παιδικό δωμάτιο
2026/07/12
Η Λιούμπα ήταν μια 15χρονη κοπέλα, που είχε έρθει με τους γονείς και τον ετεροθαλή αδερφό της από την Τασκένδη, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε μέχρι τα έντεκα. Κουβαλούσε τη δική της εφηβική μοναξιά –ιδιαίτερα από όταν οι γονείς της χώρισαν– και την ανάγκη να ανήκει κάπου. Ήταν ένα παιδί που ήθελε να μεγαλώσει γρήγορα. Να ζήσει ελεύθερα και να ξεφύγει από όσα αισθανόταν ότι την περιόριζαν. Η μητέρα της, η 42χρονη Βαλεντίνα, κουβαλούσε από την πλευρά της τη διάλυση του γάμου της, την οικονομική ανασφάλεια, την αίσθηση της αποτυχίας αλλά και την απομόνωση σε μια χώρα που ουσιαστικά ήταν ξένη για εκείνη. Δύο άνθρωποι κατοικούν μέσα στο ίδιο σπίτι. Και όμως, βρίσκονται τόσο μακριά ο ένας από τον άλλο. Τα ψυχολογικά προβλήματα της γυναίκας έγιναν εντονότερα από τότε που χώρισε από τον άντρα της και ταυτόχρονα συνειδητοποίησε ότι έχανε τον έλεγχο με τη Λιούμπα. Εγκλωβισμένη σε αυτό το αδιέξοδο, πήρε τη χειρότερη και πιο αποτρόπαια απόφαση. Σε αυτό το επεισόδιο, ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ανασυνθέτει βήμα προς βήμα το χρονικό της υπόθεσης μέσα από τη δικογραφία, τις μαρτυρίες και τα δικαστικά πρακτικά. Ο δημοσιογράφος Θάνος Σωτήρης, που κάλυψε την υπόθεση, μεταφέρει το κλίμα των ημερών, ενώ η ψυχοθεραπεύτρια Ιωάννα Κωνσταντινίδου εξηγεί πώς η ψυχική κατάρρευση, οι προβολές ενός γονέα στο παιδί και η έλλειψη έγκαιρης παρέμβασης μπορούν να οδηγήσουν σε μια αδιανόητη τραγωδία. Μια ιστορία που υπενθυμίζει ότι ενός οικογενειακού εγκλήματος προηγείται σχεδόν πάντα μια μακρά περίοδος σιωπής, την οποία κανείς δεν καταφέρνει να ακούσει εγκαίρως.
Ο «Σφαγέας των Τρικάλων» και ο ματωμένος καύσωνας του ’81
2026/07/05
Ιούνιος 1981. Εν μέσω πρωτοφανούς καύσωνα που πλήττει τη χώρα, το ήσυχο χωριό Παλαιομονάστηρο Τρικάλων μετατρέπεται σε σκηνικό απόλυτου τρόμου. Ο Σπύρος Σταρίδας, ένας οικοδόμος και οικογενειάρχης, αγαπητός στην τοπική κοινωνία, επιστρέφει ένα βράδυ από το καφενείο. Όλοι γνωρίζουν το βεβαρημένο ιστορικό του –είχε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα–, όμως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την καταστροφή που έρχεται. Έχοντας διακόψει κρυφά τη φαρμακευτική του αγωγή για δεκαεννιά μήνες και υπό την επήρεια αλκοόλ, χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα, και βυθίζεται σε παραλήρημα. Κρατώντας μια επαναληπτική καραμπίνα –δώρο της αδελφής του από τον Καναδά, που η Χωροφυλακή δεν του αφαίρεσε ποτέ– ξεκινά ένα εφιαλτικό οδοιπορικό θανάτου που θα διαρκέσει λιγότερο από μία ώρα. Μέσα σε απόλυτο αμόκ, εκτελεί εν ψυχρώ τον παππού, τη γιαγιά, τον πατέρα, τον θείο, τη θεία, έναν γείτονα και, τελικά, την ίδια του τη σύζυγο – η μητέρα του υπέκυψε στα τραύματά της την επόμενη ημέρα. Από το μακελειό των 18 πυροβολισμών γλιτώνουν θαυματουργά μόνο τα δύο ανήλικα παιδιά του, στα οποία ο ίδιος χαρίζει τη ζωή προτού στρέψει το όπλο στον εαυτό του. Σε αυτό το επεισόδιο, ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ξετυλίγει το χρονικό της πιο αιματοβαμμένης νύχτας στα χρονικά της ελληνικής Εγκληματολογίας. Με τη συνδρομή του αστυνομικού ρεπόρτερ Πάνου Σόμπολου, που κάλυψε τότε τα γεγονότα, της καθηγήτριας Εγκληματολογίας Κέλλυς Ιωάννου και της ψυχολόγου-εγκληματολόγου Ιωάννας Σκλιάμη, αναλύουμε τα σκοτεινά αίτια της τραγωδίας. Παράλληλα, φωτίζουμε τις τεράστιες θεσμικές ευθύνες γύρω από την οπλοκατοχή και την ανύπαρκτη κρατική μέριμνα για την ψυχική υγεία, σε μια υπόθεση τηςοποίας η δικαστική δικογραφία έκλεισε βιαστικά μέσα σε μόλις μία ώρα.
Τα φονικά, οι αποδράσεις και το βίαιο τέλος του Χάρη Τεμπερεκίδη
2026/06/28
Η ληστεία της Αγροτικής Τράπεζας στην Κλειτορία Καλαβρύτων, τον Φεβρουάριο του 1999, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αστυνομικές επιχειρήσεις της εποχής. Τέσσερις ένοπλοι λήστεψαν το υποκατάστημα και διέφυγαν προς τα χιονισμένα βουνά της Αχαΐας και της Κορινθίας, πυρπολώντας δύο αυτοκίνητα για να εξαφανίσουν τα ίχνη τους. Οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και η ισχυρή αστυνομική κινητοποίηση οδήγησαν σε πολυήμερη καταδίωξη, με τη συμμετοχή της ΕΚΑΜ, ελικοπτέρου και εκατοντάδων αστυνομικών. Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας ήταν ο Χάρης Τεμπερεκίδης, ένας από τους ληστές, με μακρά διαδρομή στην παρανομία. Γεννημένος στην Πολωνία από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες, μεγάλωσε στα Γιαννιτσά και από την εφηβεία του βρέθηκε σε αναμορφωτήρια και φυλακές. Σε ηλικία μόλις 18 ετών καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία του επιχειρηματία Σίμου Ιωαννίδη στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια ληστείας. Στα χρόνια που ακολούθησαν απέδρασε τρεις φορές από φυλακές και νοσοκομεία, ενώ έγινε γνωστός τόσο για τη δράση του στον χώρο του κοινού εγκλήματος όσο και για τη συμμετοχή του σε κινητοποιήσεις υπέρ των δικαιωμάτων των κρατουμένων. Τρεις ημέρες μετά τη ληστεία, οι αστυνομικοί εντόπισαν τους δράστες κοντά στην Καστανιά Κορινθίας και ακολούθησε σφοδρή ανταλλαγή πυροβολισμών. Ο Τεμπερεκίδης τραυματίστηκε θανάσιμα και υπέκυψε λίγο αργότερα, ενώ ένας ακόμη συνεργός του βρέθηκε νεκρός από τραύματα και υποθερμία. Οι δύο τελευταίοι ληστές συνελήφθησαν έπειτα από πολυήμερες έρευνες στα χιονισμένα βουνά. Το podcast του Νίκου Τσέφλιου ανασυνθέτει την υπόθεση μέσα από αρχειακό υλικό, μαρτυρίες αυτοπτών, ηχητικά ντοκουμέντα της αστυνομικής επιχείρησης και τη συμβολή του δημοσιογράφου Άκη Γκάτζιου, φωτίζοντας τόσο τη θεαματική καταδίωξη όσο και τη σύνθετη προσωπικότητα του Χάρη Τεμπερεκίδη, μιας αμφιλεγόμενης μορφής που άφησε έντονο αποτύπωμα στην ελληνική εγκληματική ιστορία.

Podcast reviews

Read Αληθινά εγκλήματα podcast reviews


4.2 out of 5
12 reviews
★★☆☆☆
Κώστια 2025/04/14
Αμφιβάλλω για την ποιότητα.
Ακούω τα παλιότερα επεισόδια, το πως έγινε ο Σακαφλιάς Σακαβλιάς, ακόμη το ψάχνω. Θα ξεχάσουμε κι αυτά που ξέρουμε. Με κάνει να σκέφτομαι ότι ίσως πρέ...
check all reviews on apple podcasts

Podcast sponsorship advertising

Start advertising on Αληθινά εγκλήματα relevant audience podcasts


What do you want to promote?